Vyhledávání slov v cizojazyčném slovníku Vyhledávání ve slovníku
:
    » více jazyků  

Řecký slovník (česko-řecký slovník)

 

Pro český výraz bylo nalezeno překladů: 100 (přesná shoda: 0, obsahující výraz: 100).

 

český výraz CZ   Gr řecký překlad
aktivova kal - ενεργοποιημένη ιλύς
Alkany - Αλκάνια
Alkeny - Αλκένια
Alkyny - Αλκίνιο
aminokyseliny - αμινοξύ
Anthony Hopkins - Άντονυ Χόπκινς
antonymum - αντίθετο
antonymum - αντώνυμο
Athény - Αθήνα
bastardizace fauny - νόθευση της πανίδας
bezstarost - ξέγνοιαστος
blok obytch budov - συγκρότημα διαμερισμάτων
Čáp čer - Μαυροπελαργός
čára stavu hladiny vody - γραμμή προόδου
čas vol - ελεύθερος χρόνος
část rostliny - φυτικό συστατικό
částečně halogenova chlorfluorova uhlovodík - μερικώς αλογονωμένος χλωροφθοράνθρακας
čer - μαύρος
červe - ερυθρός
červe - κόκκινο
Červe obr - Ερυθρός γίγαντας
Červe trpaslík (hvězda) - Ερυθρός νάνος
čin trest proti prostředí životnímu - έγκλημα κατά του περιβάλλοντος
dějiny - ιστορία
Deweyův desetin systém - Δεκαδικό Σύστημα Ταξινόμησης Dewey
dibenzodioxin polychlorova - πολυχλωροδιβενζο-π-διοξίνη
dibenzofuran polychlorova - πολυχλωριωμένο διβενζοφουράνιο
Diethylamid kyseliny lysergové - Διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος
Diosos - Διόνυσος
Drážďany - Δρέσδη
druh rostlin Posidonia - ποσειδωνία
Dřevě nástroj - Ξύλινα πνευστά της συμφωνικής ορχήστρας
dřevě nástroj - όργανο καλάμων
dřevě výrobek - προϊόν ξυλείας
Důmysl rytíř Don Quijote de la Mancha - Δον Κιχώτης
ekosystém mezinárodně význam - οικοσύστημα διεθνούς σημασίας
Eratosthenés z Kyrény - Ερατοσθένης ο Κυρηναίος
fenol halogenova - αλογονωμένη φαινόλη
Fenykl obec - Μάραθο
Fenylketonurie - Φαινυλκετονουρία
Filipíny - Φιλιππίνες
Ganymed (měsíc) - Γανυμήδης (δορυφόρος)
Ganymédés - Γανυμήδης (μυθολογία)
geneticky modifikova organizmus - γενετικά τροποποιημένος οργανισμός
Gorgony - Γοργόνες (μυθολογία)
Groznyj - Γκρόζνυ
halogenova bifenyl - αλογονωμένο διφαινύλιο
halogenova uhlovodík - αλογονωμένος υδρογονάνθρακας
Hieronymus Bosch - Ιερώνυμος Μπος
hluk přenáše vzduchem - αερομεταφερόμενος (ατμοσφαιρικός) θόρυβος
hluk přerušova - διαλείπων θόρυβος
Hodiny - Ρολόι
Hroch obojživel - Ιπποπόταμος
Hruškovec přelahod - Αβοκάντο
chlorfluorova uhlovodík - χλωροφθοράνθρακας
chlorova uhlovodík - χλωριωμένος υδρογονάνθρακας
integrované technologie ochrany životního prostředí - ενσωματωμένη τεχνολογία προστασίας του περιβάλλοντος
Integrova obvod - Ολοκληρωμένο κύκλωμα
introdukce druhů rostlinch - εισαγωγή φυτικού είδους
introdukce druhů živočišch - εισαγωγή ζωικού είδους
inžerství - μηχανική/μηχανολογία/σχεδιασμός
inžerství - μηχανολογία
inžerství - μηχανική
inžerství - σχεδιασμός
inžerství biologické - βιολογική μηχανική
inžerství environmentální - μηχανική περιβάλλοντος/περιβαλλοντική τεχνική
inžerství environmentální - μηχανική περιβάλλοντος
inžerství environmentální - περιβαλλοντική τεχνική
inžerství genetické - γενετική μηχανική
inžerství stavební - έργα (κλάδος) πολιτικού(ών) μηχανικού(ών)
jedineč - μοναδικός
jedi - μοναδικός
Jinan dvoulaloč - Γκίγκο
Jmen rod - Γραμματικό γένος
kal odvodně - αφυδατωμένη ιλύς
kategorie ohrožech druhů - κατηγορία απειλούμενου με εξαφάνιση είδους
Kategorie:Filipíny - Κατηγορία:Φιλιππίνες
Kategorie:Fotbalové stadiony - Κατηγορία:Γήπεδα ποδοσφαίρου
Kategorie:Měny - Κατηγορία:Νομίσματα
Kategorie:Svatý Vincenc a Grenadiny - Κατηγορία:Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες
Ketony - Κετόνη
kov barev - μη σιδηρούχο μέταλλο
kyslík rozpuště - διαλυμένο οξυγόνο
látka znečišťující potraviny - ρύπος των τροφίμων
legislativa k inžerství genetickému - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη (για τη) γενετική μηχανική
legislativa k látkám nebezpečm - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τις (για τις) επικίνδυνες ουσίες
legislativa k limitům maximálním přípustm - κανονισμός σχετικά με (για) τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια
legislativa k řešení událostí mimořádch - αναγκαστικός νόμος/νόμος προσωρινής ισχύος
les dešt - ομβρόφιλο δάσος/δάσος βροχής
les přiroze - φυσικός δρυμός
les smíše - μικτό δάσος
les smíše s mlázím - διφυής μορφή συστάδας
les tropický dešt - τροπικό δάσος βροχής
lov ryb nadměr - υπεραλίευση
ložisko nerostch surovin - κοίτασμα ορυκτού
Ludvík Pobož - Λουδοβίκος ο Ευσεβής
Marismus - Μανιερισμός
materiál oxidovatel - οξιδωτικό υλικό
materiál recyklova - ανακυκλωμένο υλικό
materiál vybagrova - υπολείμματα βυθοκόρησης

 

Pozn. některá odborná slova v tomto slovníku začínají velkým písmenem, píší se však malými.

 

Přeložit ný do AFafrikánštiny ARarabštiny BUbulharštiny
CHčínštiny FIfinštiny FRfrancouzštiny HRchorvatštiny ITitalštiny
JPjaponštiny LAlatiny HUmaďarštiny DEněmčiny PLpolštiny
PTportugalštiny ROrumunštiny RUruštiny AFangličtiny Srbskosrbštiny
SKslovenštiny ESšpanělštiny SWšvédštiny TUturečtiny PTvietnamštiny
Vyznampokusit se vyhledat význam slova "" v českém výkladovém slovníku

 


Reklama