Vyhledávání slov v cizojazyčném slovníku Vyhledávání ve slovníku
:
    » více jazyků  

Řecký slovník (česko-řecký slovník)

 

Pro český výraz lek bylo nalezeno překladů: 91 (přesná shoda: 1, obsahující výraz: 90).

 

český výraz CZ   Gr řecký překlad
lék - φάρμακο
baterie elektrická - ηλεκτρική στήλη (μπαταρία)
baterie elektrická - ηλεκτρική στήλη
dalekohled - τηλεσκόπιο
Dialektika - Διαλεκτική
Élektra - Ηλέκτρα (μυθολογία)
elektrárna - μονάδα (σταθμός) παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ισχύος)
elektrárna - σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας
elektrárna jaderná - σταθμός παραγωγής πυρηνικής ενέργειας/πυρηνικός σταθμός
elektrárna jaderná - πυρηνικός σταθμός
elektrárna kombinovaná - σταθμός συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας
elektrárna plynová - μονάδα (εργοστάσιο) που λειτουργεί με (χρησιμοποιεί) αέριο
elektrárna přílivová - παλιρροϊκός σταθμός (παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας)
elektrárna s výrobou tepla - θερμοηλεκτρικός σταθμός (παραγωγής ενέργειας)/ΘΗΣ
elektrárna solární - σταθμός ηλιακής ενέργειας
elektrárna tepelná - θερμοηλεκτρικός σταθμός (παραγωγής ενέργειας)
elektrárna uhelná - μονάδα παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα
elektrárna vodní - μονάδα υδροηλεκτρικής ενέργειας
Elektrické napětí - Διαφορά δυναμικού
Elektrické pole - Ηλεκτρικό πεδίο
Elektrický náboj - Ηλεκτρικό φορτίο
Elektrický odpor - Ηλεκτρική αντίσταση
Elektrický proud - Ηλεκτρικό ρεύμα
Elektrochemie - Ηλεκτροχημεία
Elektrokardiogram - Ηλεκτροκαρδιογράφημα
elektrokinetika - ηλεκτροκινητική
elektrolýza - ηλεκτρόλυση
Elektromagnetické relé - Ηλεκτρονόμος
Elektromagnetické záření - Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
Elektromagnetismus - Ηλεκτρομαγνητισμός
elektron - ηλεκτρόνιο
elektronický materiál - ηλεκτρονικό υλικό
Elektronika - Ηλεκτρονική
elektronika - ηλεκτρονική/ηλεκτρονικά όργανα (προϊόντα)
elektrosmog - ηλεκτροαιθαλομίχλη
elektrotechnické zařízení - ηλεκτροτεχνικός εξοπλισμός
elektrotechnika - κατασκευή ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών ειδών
elektřina - ηλεκτρισμός/(ηλεκτρικό) φορτίο/ηλεκτρικό ρεύμα
elektřina - ηλεκτρισμός
elektřina a magnetismus - ηλεκτρομαγνητισμός
environmentální lékařství - περιβαλλοντική ιατρική
Kategorie:Elektromagnetismus - Κατηγορία:Ηλεκτρομαγνητισμός
Kategorie:Elektronika - Κατηγορία:Ηλεκτρονική
Kategorie:Lékařství - Κατηγορία:Ιατρική
kleknout si - γονατίσει
lékárna - φαρμακείο
lékárník - φαρμακοποιός
lékařská věda - ιατρική
lékařská věda - ιατρική (επιστήμη)
lékařství - ιατρική
Lilek brambor - Πατάτα
Lilek vejcoplodý - Μελιτζάνα
mikroelektronika - μικροηλεκτρονική
mléko - γάλα
mléko mateřské - μητρικό γάλα
molekula - μόριο
molekulární biologie - μοριακή βιολογία
náklady na výrobu elektřiny - κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού
odpady elektronické - άχρηστα ηλεκτρονικά υλικά
odvětví pro dodávku a rozvod elektřiny - μονάδα ηλεκρτοπαραγωγής
podnik elektrárenský - επιχείρηση ηλεκτρισμού
popílek polétavý - ιπτάμενη τέφρα
pošta elektronická - ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
pracovní lékařství - επαγγελματική ιατρική
průmysl elektrárenský - βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας
průmysl elektromateriálu - βιομηχανία (παραγωγής) ηλεκτρικών
průmysl elektrotechnický - ηλεκτροτεχνική βιομηχανία
průmysl mlékárenský - γαλακτοβιομηχανία
průmyslové lékařství - βιομηχανική ιατρική
předpis o odpadech elektronických - κανονισμός (ρύθμιση) για τα άχρηστα ηλεκτρονικά υλικά
reflektometrie - ανακλασιμετρία
Rozmarýna lékařská - Δενδρολίβανο
síť informační elektronická - ηλεκτρονικό δίκτυο πληροφόρησης (πληροφοριών)
Skok daleký - Άλμα εις μήκος
sluneční kolektor - ηλιακός συλλέκτης
Souhvězdí Dalekohledu - Τηλεσκόπιον
společnost elektrárenská - επιχείρηση ηλεκτρισμού
spotřeba elektřiny - κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας
Telekomunikace - Τηλεπικοινωνίες
telekomunikace - τηλεπικοινωνία
vedení elektrické - ηλεκτρική γραμμή (μεταφοράς ισχύος)
vedení elektrické nadzemní - εναέρια γραμμή (μεταφοράς ενέργειας)
vozidlo elektrické - ηλεκτρικό όχημα
výkon elektrický - ηλεκτρική ισχύς (ενέργεια)
výkon elektrický - ηλεκτρική ισχύς
výměna dat elektronických - εναλλαγή (ανταλλαγή) ηλεκτρονικών δεδομένων
výroba elektřiny - παραγωγή ηλεκτρισμού (ηλεκτρικού ρεύματος)
vyřazení elektrárny z provozu - χαλάρωση (περιορισμός) λειτουργίας σταθμού
zásobování energií elektrickou - ηλεκτρική τροφοδοσία/παροχή ηλεκτρικής ισχύος
zubní lékař - οδοντίατρος
zvìrolékaø - κτηνίατρος

 

Pozn. některá odborná slova v tomto slovníku začínají velkým písmenem, píší se však malými.

 

Přeložit lek do AFafrikánštiny ARarabštiny BUbulharštiny
CHčínštiny FIfinštiny FRfrancouzštiny HRchorvatštiny ITitalštiny
JPjaponštiny LAlatiny HUmaďarštiny DEněmčiny PLpolštiny
PTportugalštiny ROrumunštiny RUruštiny AFangličtiny Srbskosrbštiny
SKslovenštiny ESšpanělštiny SWšvédštiny TUturečtiny PTvietnamštiny
Vyznampokusit se vyhledat význam slova "lek" v českém výkladovém slovníku

 

Reklama