Vyhledávání slov v cizojazyčném slovníku Vyhledávání ve slovníku
:
    » více jazyků  

Řecký slovník (česko-řecký slovník)

 

Pro český výraz lát bylo nalezeno překladů: 100 (přesná shoda: 0, obsahující výraz: 100).

 

český výraz CZ   Gr řecký překlad
Abakus (kalkulátor) - Άβακας
absorpce látky znečišťující - απορρόφηση ρύπων
akumulátor - αποταμιευτής
akumulátor - συσσωρευτής
analýza látek reziduálních - ανάλυση υπολείμματος (καταλοίπου)
analýza látek znečišťujících - ανάλυση ρύπων
Ananasovník chocholatý - Ανανάς
anorganická znečišťující látka - ανόργανος ρύπος
bioakumulativní znečišťující látka - βιοσυσσωρευόμενος ρύπος
biologická znečišťující látka - βιολογικός ρύπος
biologicky neodbouratelná znečišťující látka - μη βιοδιασπώμενος ρύπος/μη βιοαποδομήσιμος ρύπος
biologicky odbouratelná znečišťující látka - βιοαποδομήσιμος ρύπος
biologicky odbouratelná znečišťující látka - βιοδιασπώμενος ρύπος
částice látek atmosféry - σωματίδιο της(στην) ατμόσφαιρα(ς)
dělat - κάμνω
dráha látky znečišťující - διαδρομή των ρύπων
emise látky znečišťující - εκπομπή ρύπων
Filatelie - Φιλοτελισμός
fyzikální znečišťující látka - φυσικός ρύπος
halogenovaná znečišťující látka - αλογονωμένος ρύπος
hluková znečišťující látka - ηχητικός ρύπος
hodnocení znečišťující látky - αποτίμηση ρύπων
chladicí látka - ψυκτικό (μέσο) (υγρό)
imise látky znečišťující - εισροή ρύπων/όχληση από ρύπους
imobilizace znečišťující látky - αδρανοποίηση (ακινητοποίηση) των ρύπων
impregnační látka - μέσο εμποτισμού
informace legislativní - νομοθετική ενημέρωση/πληροφόρηση επί
Jan Zlatoústý - Ιωάννης ο Χρυσόστομος
kašlat - βήχω
kompetence legislativní - νομοθετική αρμοδιότητα
koncentrace látky znečišťující - συγκέντρωση ρύπων
Latina - Λατινική γλώσσα
latina - λατινικά
Latinka - λατινικό αλφάβητο
Latinská Amerika - Λατινική Αμερική
látka - ουσία
látka netěkavá - μη πτητική ουσία
látka adsorbující ropu - πηκτικός παράγοντας του πετρελαίου
látka anorganická - ανόργανη ουσία
látka aromatická - αρωματική ουσία
látka biochemická - βιοχημικές ουσίες
látka funkční - λειτουργική ουσία
látka hořlavá - εύφλεκτη ουσία
látka lipofilická - λιπόφιλη ουσία
látka nebezpečná - επικίνδυνη ουσία
látka nebezpečná pro prostředí životní - ουσία επικίνδυνη για το περιβάλλον
látka nerozpustná - αδιάλυτη ουσία
látka radioaktivní - ραδιενεργός ουσία
látka stopovací radioaktivní - ραδιενεργός ιχνηθέτης/ραδιενεργός τροχιοδεικτική ουσία
látka těkavá - πτητική ουσία
látka toxická - τοξική ουσία
látka značkovací - σημειωτής/δείκτης/σημαντήρας/σηματοδότης
látka znečištěná - ρυπασμένη ύλη
látka znečišťující ovzduší - αέριος ρύπος
látka znečišťující potraviny - ρύπος των τροφίμων
látková bilance - ισορροπία της ύλης
legislativa - νομοθεσία
legislativa ekologická - περιβαλλοντική νομοθεσία
legislativa ekologická k zemědělství - περιβαλλοντική νομοθεσία για (σχετικά με) τη γεωργία
legislativa energetická - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με (για) την ενέργεια
legislativa k bydlení - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη (για τη) στέγαση
legislativa k energii jaderné - νομοθεσία (νόμοι) περί πυρηνικής ενέργειας
legislativa k chemikáliím v prostředí životním - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με (για) τις χημικές ουσίες
legislativa k inženýrství genetickému - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη (για τη) γενετική μηχανική
legislativa k látkám nebezpečným - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τις (για τις) επικίνδυνες ουσίες
legislativa k limitům maximálním přípustným - κανονισμός σχετικά με (για) τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια
legislativa k odpovědnosti - νομοθεσία (νόμοι) περί ευθύνης
legislativa k ochraně před zářením - νομοθεσία (νόμοι) περί προστασίας από την ακτινοβολία
legislativa k ochraně přírody - νομοθεσία (νόμοι) περί διατήρησης της φύσης
legislativa k ochraně vod - νομοθεσία (νόμοι) περί της προστασίας των υδάτων
legislativa k plánování územnímu - νομοθεσία περί χωροταξίας, πολεοδομίας και χρήσεων γης
legislativa k průmyslu - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη (για τη) βιομηχανία
legislativa k řešení událostí mimořádných - αναγκαστικός νόμος/νόμος προσωρινής ισχύος
legislativa k řízení recyklace a odpadům - νόμοι (νομοθεσία) σχετικά με τη διαχείριση της ανακύκλησης
legislativa k soutěži hospodářské - δίκαιο του ανταγωνισμού
legislativa ke hluku - νομοθεσία (νόμοι) περί θορύβου
legislativa ke službě vězeňské - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τα σωφρονιστικά καταστήματα
legislativa ke znečišťování - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη (για τη) ρύπανση
legislativa lesnická - νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη δασοκομία
legislativa národní - εθνική νομοθεσία
legislativa rámcová - νομοθεσία-πλαίσιο
legislativa regionální - περιφερειακός κανονισμός
leptací látka - διαβρωτική (χαρακτική) ουσία
migrace látky znečišťující - μετανάστευση ρύπων
mikroznečišťující látka - μικρορύπος
minerální látka - ορυκτή ύλη
monitorování látky znečišťující - παρακολούθηση των ρύπων
multilaterální dohoda - πολυμερής συμφωνία
návrh legislativní - σχέδια νόμου/νομοσχέδια
nerozložitelná organická látka - ανθεκτικός οργανικός ρύπος
Novoplatonismus - Νεοπλατωνισμός
Obecná teorie relativity - Γενική σχετικότητα
oblast, v níž je uplatňováno právo předkupní - περιοχή προτιμησιακής αγοράς
odbourávání látky znečišťující - αποικοδόμηση (διάσπαση) των ρύπων
odstraňování znečišťující látky - εξάλειψη (απομάκρυνση) των ρύπων
ohnivzdorná látka - πυρίμαχο (πυράντοχο) μέσο
orgán legislativní - νομοθετική αρχή
organická látka - οργανικές ουσίες
organická látka - οργανική ύλη
Pevná látka - Στερεό

 

Pozn. některá odborná slova v tomto slovníku začínají velkým písmenem, píší se však malými.

 

Přeložit lát do AFafrikánštiny ARarabštiny BUbulharštiny
CHčínštiny FIfinštiny FRfrancouzštiny HRchorvatštiny ITitalštiny
JPjaponštiny LAlatiny HUmaďarštiny DEněmčiny PLpolštiny
PTportugalštiny ROrumunštiny RUruštiny AFangličtiny Srbskosrbštiny
SKslovenštiny ESšpanělštiny SWšvédštiny TUturečtiny PTvietnamštiny
Vyznampokusit se vyhledat význam slova "lát" v českém výkladovém slovníku

 


Reklama